ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΕΣ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ:   Αραμπατζή Βασιλική, Βουρλιώτης Εμμανουήλ

ΣΧΟΛ. ΕΤΟΣ : 2001-2002

Γ΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ

 

              ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟ

Τα κείμενα για την Σαμιώτικη κατοικία είναι από την εργασία της Κατερίνας Α. Ιωαννίδου , την οποία έγραψε για την Αρχιτεκτονική σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και αναφέρεται στη Σάμο. Ευχαριστούμε θερμά την συγγραφέα για την καλοσύνη της να μας παραχωρήσει τα κείμενα της και συγχρόνως τη συγχαίρουμε θερμά για την εξαιρετική εργασία που αναφέρεται στο νησί μας.

Επίσης ευχαριστούμε θερμά για την πολύτιμη συνεργασία τις κυρίες Δ. Κεντούρη, Π. Αρετούλη, Μ. Βουρλιώτου, τον Διευθυντή του Γυμνασίου Μαραθοκάμπου κ. Νάνο Διαμαντή, τους καθηγητές του Γυμνασίου Μαραθοκάμπου και την υπεύθυνη Περιβαλλοντικής εκπαίδευσης κ. Δήμητρα Σπανού.

ΑΙΓΑΙΟΝ ΠΕΛΑΓΟΣ

 

Η ΝΗΣΟΣ ΣΑΜΟΣ

ΟΝΟΜΑ-ΘΕΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΑΣΗ

Ο τόπος που γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε και κατοικούμε είναι η μικρή μας πατρίδα Κάθε πατρίδα έχει το δικό της όνομα. Τη δική μας πατρίδα τη λένε Σάμο, που θα πει ψηλός τόπος.

Άλλαξε πολλά ονόματα πριν πάρει το όνομα τούτο. Τη λέγανε: Ανθεμούσα, Δόρυσσα, Δρυούσα-Ιμβρασία, Κυπαρισσία-Μελάμφυλλο,Μελάνθενο, Παρθενία-Παρθενοαρούσα,Στεφάνη,Φυλλάδα κ.α.

Η Σάμος είναι νησί. Μικρή στεριά, δηλαδή, που βρέχεται ολόγυρα από θάλασσα.

Τη θάλασσα, που βρέχει τη Σάμο, τη λένε Αιγαίο Πέλαγος ή Αιγαίο μονάχα. Είναι μια από τις ομορφότερες θάλασσες του κόσμου.

Δεν είναι μονάχα το δικό μας νησί μέσα στο Αιγαίο. Χιλιάδες άλλα νησιά, μικρά και μεγάλα, κατοικημένα και ακατοίκητα, είναι σπαρμένα, εδώ και κει, μέσα στο πέλαγος τούτο. Τα πιο γειτονικά μας , απ’ τα κατοικημένα, είναι: Στα Βόρεια, η Χίος. Στα Νοτιοδυτικά, οι Φούρνοι ( Κορσοί ), και η Ικαρία. Και στα Νότια η Πάτμος, οι Λειψοί, η Λέρος και το Αγαθονήσι ( γαϊδουρονήσι ).

Ανατολικά μας δεν υπάρχουν άλλα νησιά. Είναι στεριά μεγάλη, η Μικρά Ασία( Τουρκία ). Το ψηλό βουνό που είναι αντίκρυ μας είναι η Μυκάλη.

Η στενή θάλασσα, δηλαδή ο πορθμός που μας χωρίζει από την Τουρκία, είναι ο Επτάδιος. Τον λένε έτσι, γιατί το πλάτος του είναι επτά στάδια. Κάθε στάδιο 185 μέτρα. Για την ακρίβεια το πλάτος του είναι 1301 μέτρα. Οι Τούρκοι τον λένε Νταρ-μπογάζ.

Όλα τα νησιά του Αιγαίου, μικρά και μεγάλα, μαζί με άλλα νησιά, που είναι σκορπισμένα σε άλλα Ελληνικά πέλαγα (Κρητικό και Ιόνιο ) και μαζί με ένα κομμάτι στεριάς ( Ευρώπης ), αποτελούν τη μεγάλη μας πατρίδα, την όμορφη, τη δοξασμένηκαι ξακουστή σ’ όλο τον κόσμο, Ελλάδα,

Η Σάμος βρίσκεται στην Ανατολική άκρη της Ελλάδας. Πολύ κοντά στην Τουρκία. Πολύ μεγάλο νησί δεν είναι. Η έκταση της είναι 480 τετραγωνικά χιλιόμετρα περίπου.

ΣΑΜΙΩΤΙΚΑ ΝΗΣΑΚΙΑ

Γύρω και πολύ κοντά στη Σάμο είναι λίγα μικρά και ακατοίκητα νησάκια. Αυτά είναι: Τα πέντε νησάκια του Κότσικα, ( Άγιος Νικόλαος ή Δασκαλειό , Πρασονήσι, Διαπόρι, Στρογγυλό και Μακρονήσι ), το Κασονήσι και το Βαρελούδι, στην Ανατολική πλευρά. Η Σαμιοπούλα, στη μέση της Νότιας πλευράς, και το Κάτεργο, στη Δυτική πλευρά.

Αντίκρυ στο Ηραίο, λίγο πέρα απ’ την ακρογιαλιά, είναι ένας μικρός σκόπελος( πέτρα μεγάλη, που εξέχει από τη θάλασσα).Λίγο πίσω της ακολουθεί μικρός ύφαλος ( βράχος που μόλις φαίνεται η κορυφή του πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας). Ο σκόπελος αυτός λέγεται Καραβόπετρα ή Πετροκάραβο. Ο ύφαλος, είναι, τάχα η βάρκα του.

Η ΣΑΜΙΩΤΙΚΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ

Το Σαμιώτικο σπίτι το βρίσκουμε σε τρεις τύπους, το απλό τυπικό σπίτι, τις κατοικίες των πλουσιοτέρων, και τους πύργους ( τα αρχοντικά ). Τα απλά Σαμιώτικα σπίτια είχαν δύο πατώματα, στο ισόγειο το κατώι και τον όροφο το ανώι. Το κατώι είχε το ίδιο μέγεθος του ορόφου και ήταν συνήθως σκοτεινό. Το πίσω μέρος του κατωγιού το χρησιμοποιούσαν για αποθήκη βαρελιών με τα κρασιά και των δοχείων με τα λάδια, μέσα εκεί φύλαγαν επίσης τα πυθάρια, τα εργαλεία και τα ξύλα για τον χειμώνα. Το μπροστινό μέρος που ήταν η πόρτα, χρησιμοποιούνταν για πρόχειρη σταύλιση των ζώων. Το κατώι το έλεγαν και βαρκαρέτσο και επικοινωνούσε εξωτερικά με το ανώι. Η πόρτα του κατωγιού ήταν δίφυλλη και το ένα φύλλο ήταν ξεχωρισμένο οριζοντίως στη μέση, έτσι που το πάνω μέρος το πανωπόρτι να ανοίγει ξεχωριστά από το κάτω μέρος, το κατωπόρτι. Το πανωπόρτι έμενε συνήθως ανοιχτό και χρησίμευε για παράθυρο. Στο κατωπόρτι υπήρχε, στα περισσότερα σπίτια μια τρύπα για να μπαινοβγαίνει η γάτα του σπιτιού.

Στο ανώι ανέβαιναν με μια πέτρινη σκάλα, η οποία ήταν ή στο δρόμο ή μέσα σε μια εσωτερική αυλή. Η σκάλα οδηγούσε στο χαγιάτι που χρησίμευε για να προστατεύει την πόρτα του σπιτιού από τον ήλιο και τη βροχή. Το ανώι ήταν ένα δωμάτιο μεγάλων διαστάσεων με αρκετά παράθυρα για να είναι φωτεινό και χωρισμένο σε δύο τμήματα. Τα τμήματα αυτά είχαν διαφορετικές διαστάσεις και ύψη. Το τμήμα που ήταν υπερυψωμένο ένα μέτρο περίπου από το δάπεδο λέγονταν σοφάς και το κενό που δημιουργούσε από κάτω αμπάρι. Παλαιότερα σοφά έλεγαν μονάχα ένα πλατύ και ευρύχωρο κάθισμα που τοποθετούνταν πάνω στο αμπάρι, που χρησίμευε κυρίως για την υποδοχή των ξένων. Ο σοφάς ήταν σκεπασμένος ή στρωμένος με χράμια και μαξιλάρια.

Με το πέρασμα του χρόνου σοφάς ονομάστηκε όλο το πατάρι του αμπαριού.Το αμπάρι χρησιμοποιούνταν για αποθήκη, λέγονταν και αμπαντάρα και είτε το άφηναν ανοιχτό, χωρίς κάλυμμα ή το κλείνανε με σανίδες και έφτιαχναν μια μικρή πορτούλα για είσοδο. Στο σοφά ανέβαιναν με μια μικρή ξύλινη σκάλα, η οποία είχε τρία – τέσσερα σκαλοπάτια ή από κάποιο πάγκο που έπιανε όλο το μήκος του αμπαριού.Τον πάγκο τον χρησιμοποιούσαν για να φυλάνε διάφορα αντικείμενα

Στο σοφά που ήταν το ψηλότερο μέρος του σπιτιού κοιμόνταν η οικογένεια. Έστρωναν χράμια ή στρωσίδια και σε μια γωνιά έβαζαν τα στρώματα διπλωμένα και έκαναν όπως έλεγαν <<θησά >>, την οποία σκέπαζαν με άσπρα σεντόνια, για προστασία από την σκόνη.Επάνω στο σοφά υπήρχαν κασέλες με το ρουχισμό του σπιτιού και οι καναβέτες που χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση ποτών, όπως σούμα και φλασκούνι. Ακόμα επάνω στο σοφά υπήρχαν εντοιχισμένες ντουλάπες που τις ονόμαζαν μισάντρες. Στις μισάντρες τοποθετούσαν τα ρούχα που δεν χωρούσαν στις κασέλες και όταν ήταν ανοιχτές, δεν είχαν δηλαδή ξύλινη πόρτα, τις έλεγαν παραθύρα και έβαζαν ένα πανί στη θέση της πόρτας. Στους τοίχους υπήρχαν ράφια όπου τοποθετούσαν διάφορα οικιακά σκεύη, τα οποία ήταν πήλινα, μπρούτζινα, χάλκινα και ξύλινα.

Απαραίτητα σκεύη για το σπίτι ήταν τα πιθάρια, οι γαβάθες,τα χαρανιά, οι ταβάθες, οι τσουκάλες, τα κανάτια,τα πιάτα, οι γκιούμνες, οι στάμνες, οι λεκάνες, το κόσκινο, η σείτα, οι πανέρες, τα πλαστήρια,η πινακωτή,το προσμυριό, η σκάφη και άλλα πολλά.Στον ανατολικό τοίχο υπήρχε εικονοστάσιο με μικρές εικόνες, η στεφανοθήκη με τα στεφάνια του αντρόγυνου,ένα μπουκάλι με αγιασμό, ένα σακούλι με κλωναράκια από βάγια της γοιρτής των Βαϊων και το καντήλι.

Τέλος σε μερικούς σοφάδες υπήρχαν αραιά ξύλινα που ονομάζονταν παρμακλίκια. Πάνω σ’ αυτά έριχναν οι γυναίκες υφάσματα για να μην φαίνονται όταν οι άντρες γλεντούσαν στο άλλο μέρος του σπιτιού που λέγονταν παραστιά.

Το υπόλοιπο τμήμα του ορόφου που συνήθως κάλυπτε τα 2/3 του δωματίου ονομαζόταν παραστιά λόγω του τζακιού που υπήρχε στη γωνιά του δωματίου ( παρά την εστία ).Το τζάκι είχε άνοιγμα σε σχήμα κάμαρας (τόξου ) και γι’ αυτό ονομάζονταν καμαρκό. Το ένα άκρο στηρίζονταν στον ένα τοίχο της γωνίας και το άλλο του στον άλλο. Είχε ύψος ένα μέτρο και ήταν υψωμένο από το έδαφος περίπου 10 πόντους και στο βάθος του αριστερά και δεξιά στους τοίχους είχε μικρές κόγχες τετράγωνες για να τοποθετούν τα πρόχειρα μαγειρικά σκεύη, τα κουτάλια, τα μπεντελέρια, τα κανάτια κ.λ.π.

Πιο πάνω από την κάμαρα του τζακιού υπήρχαν 3-4 εσοχές που τις ονόμαζαν πουλίτσες και εκεί τοποθετούσαν διάφορα αντικείμενα που ήθελαν να έχουν πρόχειρα.

Κοντά στον τοίχο του καμαρκού έβαζαν μικρά καρφιά που έπαιζαν το ρόλο της κρεμάστρας, της κουταλοθήκης και του κανατιού.Στο άλλο άκρο του καμαρκού και στο ύψος του τζακόραφου υπήρχε συνήθως ένα εντοιχισμένο ντουλάπι ( πουλίτσα ), όπου φύλαγαν διάφορα τρόφιμα όπως φαγητά που είχαν περισέψει, ελιές, ψωμί, λάδι κ.λ.π.Δεν είχε ξύλινη πόρτα και το σκέπαζαν με ένα πανί.Το τζάκι όταν ήταν σβησμένο σκέπαζαν το στόμιο του με ένα πανί που το ονόμαζαν φιγοπάνι.

Κάτω από το παράθυρο υπήρχε πάντα ο νεροχύτης και κάτω από αυτόν ήταν συνήθως, η σταμνοθήκη, ή νεροπουλίτσα.Υπήρχαν και σταμνοθήκες έπιπλα, τις οποίες τοποθετούσαν κοντά στο νεροχύτη. Μέσα στην παραστιά υπήρχε ακόμα και η πιατοθήκη και ψηλά στους τοίχους τα ράφια, όπου τοποθετούσαν τα μαγειρικά σκεύη. Όλα τα ράφια του σπιτιού σρώνονταν με λουρίδες υφασμάτινες που εξείχαν και κρέμονταν προς τα κάτω. Το κομμάτι που φαίνονταν ήταν συνήθως κεντημένο.

Στο χώρο γενικά του σπιτιού δεν έλειπε ο σοφράς, που ήταν ένα χαμηλό κυκλικό τραπέζι γύρω από το οποίο κάθονταν για φαγητό επάνω σε χαμηλά σκαμνιά ή μαξιλάρια.

Παραλλαγή του σπιτιού που περιγράψαμε είναι τα σπίτια που το ανώι εξέχει από 0,20-1μέτρο από το κατώι, δημιουργώντας μία εξοχή, το σαχνισίρι ή ακόμα και στοά.Τα σαχνισίρια και τις στοές τα έφτιαχναν σε σπίτια με μικρά οικόπεδα για να επιτυγχάνουν εξοικονόμηση χώρου.Το σαχνισίρι στηριζόταν από κάτω με ξύλινες λοξές αντηρίδες που πολλές φορές καλύπτονταν με το τσατί και έτσι δημιουργούνταν εξωτερικά σε όλο το πλάτος του σαχνισαριού μια κυματοειδής επιφάνεια.

Στους Σαμιώτες ακόμη υπήρχαν κατοικίες που στο ισόγειο μπροστά από το σπίτι ήταν το μαγαζί και πίσω ήταν το σπίτι, ανάμεσα τους παρεμβάλλονταν η εσωτερική αυλή. Οι αυλές ήταν στρωμένες με πλάκες ( φτινάδες ) και είχαν πολλά λουλούδια.

Σε πολλά σπίτια υπήρχε και ο φούρνος. Εξωτερικά ήταν χτισμένος με ασβεστόπετρες σαν κύβος, το εσωτερικό του όμως ήταν ημισφαιρικό και η πόρτα ημικυκλική. Το χτίσιμο και η επίστρωση του γίνονταν με τούβλα ή σπασμένα κεραμίδια και για συνδετική ύλη χρησιμοποιούσαν κοκκινόχωμα. Οι κάτοικοι της Σάμου συνήθιζαν να χτίζουν ένα καλύβι σε κάθε χτήμα τους, που ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση το έφτιαχναν ισόγειο ή με όροφο. Σε κάθε καλύβι υπήρχε χώρος για ύπνο, συνήθως με ξύλινο πάτωμα σε κάποιο ύψος από το χώμα και χωρισμένος με ξύλινο χώρισμα από τον υπόλοιπο χώρο του καλυβιού. Στα καλύβια έμεναν οι κάτοικοι όσο διάστημα χρειάζονταν για να τελειώσουν τις αγροτικές τους δουλειές.Γι’ αυτό το λόγο πολλά από τα καλύβια είχαν φούρνο και σταύλο για τα ζώα.

Η στέγη των σπιτιών ήταν επίπεδη και ονομάζονταν δώμα ( όταν ήταν από χώμα ), ή από κεραμίδια. Σήμερα οι κατοικίες με δώμα έχουν εκλείψει. Για την κατασκευή του δώματος αφού τελείωναν το χτίσιμο των τοίχων έβαζαν ξύλινα δοκάρια, τα πάτερα σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο και χωρίς να πατούν σε κεντρική δοκό, γιατί το πλάτος του δωματίου ήταν πολύ μικρό. Επάνω από τα δοκάρια έβαζαν τάβλες ή καλάμια και κατόπιν ένα παχύ στρώμα από φύκια και αφού τα πατούσαν και τα συμπίεζαν έριχναν ψαλμόχωμα (αργιλόχωμα ) που το έβρεχαν και το χτυπούσαν μ’ ένα χοντρό ξύλο για να συμπιεστεί. Το χώμα συγκρτιόνταν στις άκρες από ένα χαμηλό στηθαίο που ήταν προέκταση των εξωτερικών τοίχων. Ο τρόπος κάλυψης της στέγης με κεραμίδια ήταν ο ίδιος με τον σημερινό.

Οι πόρτες του κατωγιού όπως ήδη αναφέρθηκε ήταν δίφυλλες και το ένα φύλλο χωρίζονταν σε δύο τμήματα, πανωπόρτι και κατωπόρτι. Η κυρίως πόρτα του ( ανωγιού ) αρχικά ήταν κατασκευασμένη με τάβλες , αργότερα έγινε ταβλαδωτή με σκαλίσματα και με μικρά παράθυρα με κάγκελα. Οι πόρτες στηρίζονταν στις κάσες με μεντεσέδες. Είχαν και μάλιστα το κλειδί ήταν βαρύ και είχε μεγάλο μέγεθος. Είχαν ρόπτρο που το ονόμαζαν χτυπητήρι. Η πόρτα ασφάλιζε εσωτερικά μα αμπάρα, αργότερα τοποθέτησαν σύρτη.Απαραίτητο εξάρτημα ήταν το ζουμπεράκι, υο οποίο ήταν ένα μικρό έμβολο που εξείχε και είχε σχήμα γλώσσας ή κουταλιού, έπρεπε να πατηθείμμε τον αντίχειρα για ν’ ανοίξει η πόρτα.

Τα παράθυρα παλαιότερα δεν είχαν τζάμια και έκλειναν με δύο ξύλινα παραθυρόφυλλα ( κανάτια ), είχαν Δε και ξύλινα κάγκελα τα παρμακλίκια. Αυτά σε άλλα σπίτια ήταν στρογγυλά και τορναρισμένα και κ΄κλυπταν όλο το μάκρος του παραθύρου και σε άλλα σπίτια τετρέγωνα και κάλυπταν το μισό παράθυρο.

Αργότερα έβαλαν τα παράθυρα με τους τσετσεβέδες, τα οποία ήταν παράθυρα που το κάτω φύλλο ήταν συρτό και άνοιγε κάθετα προς τα πάνω. Επάνω από τα παράθυρα σε μερικά σπίτια υπήρχαν γυάλινοι φεγγίτες. Το σχήμα τους ήταν κυρίως κυκλικό ή τετράγωνο.

Οι καμινάδες υπάρχουν σε πολλά μεγέθη και σχήματα επάνω από τις στέγες και τα δωμάτια. Αρχικά έβαζαν μια τρύπια στάμνα και αργότερα δύο κεραμίδια ενωμένα.

Tα ταβάνια του επισήμου δωματίου είχαν πολλές φορές σκαλίσματα, με λουλούδια και κλαδιά κυρίως στο κέντρο. Οι πόρτες και τα μικρότερα ντουλάπια ήταν και αυτά πολύ συχνά πλούσια και στολισμένα με γλυπτά κομψοτεχνίματα. Κατά τον Σταματιάδη ένα τέτοιο σπίτι που είχε πόρτες σκαλιστές , λέγονταν στονπληθυντικό σπίτια ή κατοικίες .

Τέλος οι πύργοι αποτελούνταν από τρείς ορόφους.Σε κάθε όροφο υπήρχαν 2-3 δωμάτια και τα σπίτια αυτά ανήκαν σε πλούσιες οικογένειες και γι’ αυτό πολλές φορές οι τοίχοι ήταν ζωγραφισμένοι, , τα ταβάνια και οι πόρτες σκαλιστές και τα παράθυρα με διακόσμηση πολύχρωμη ή με μαρμάρινα υπέρθυρα.

Οι τεχνίτες πρέπει να ήταν συντεχνίες και να προέρχονταν από το ίδιο ή άλλα χωριά.Δεν πρέπει να ήρθαν από την ηπειρωτική Ελλάδα γιατί τα σπίτια που χτίστηκαν δεν διαφέρουν πολύ από τα αρχικά απλοϊκά σπίτια. Το πιο πιθανό είναι οι ντόπιοι τεχνίτες να μαθήτευσαν έξω από το νησί κκααι να μετέφεραν σταδιακά τις νέες μορφές .Για το παλαιότερο μαγαζί του χωριού, κοντά στην Αγία Ματρώνα, λέγεται ότι το σχέδιο ήταν αντιγραφή του μεγάλου καταστήματος του Παρισιού , Πρεντάν.

Επάνω στα κάγκελα του μπαλκονιού του αναφέρεται το όνομα , Χριστόδουλος Δ. Φασούλα, Σμύρνη Αριθμός 10. Από αυτό και από άλλα στοιχεία που βρέθηκαν σε εκκλησιαστικά σκεύη και εικόνες φαίνεται ότι η Σάμος είχε αρκετά μεγάλη επικοινωνία με τη Σμύρνη και γενικά με τη Μικρά Ασία. Οι κάτοικοι του χωριού πρίν το 1922 πήγαιναν στη Μικρά Ασία και δούλευαν σε εποχιακές δουλειές κυρίως στο θέρισμα και η πληρωμή τους ήταν σιτάρι.

Σήμερα τα παλιά σπίτια που σώζονται στο χωριό είναι μικρά διώροφα με 2 ή 3 δωμάτια στον όροφο. Το ισόγειο έχει πάψει να είναι σταύλος και έχει διαμορφωθεί σε κατοικία. Κάτω από την εξωτερική σκάλα είχε κατασκευαστεί η τουαλέτα.Στα σπίτια με εσωτερική αυλή η τουαλέτα έχει χτιστεί σε κάποια γωνία της αυλής.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟ

Τα κείμενα για την Σαμιώτικη κατοικία είναι από την εργασία της Κατερίνας Α. Ιωαννίδου , την οποία έγραψε για την Αρχιτεκτονική σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και αναφέρεται στη Σάμο. Ευχαριστούμε θερμά την συγγραφέα για την καλοσύνη της να μας παραχωρήσει τα κείμενα της και συγχρόνως τη συγχαίρουμε θερμά για την εξαιρετική εργασία που αναφέρεται στο νησί μας.

ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ ΤΗΣ κ. ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΚΕΝΤΟΥΡΗ

Αρχικά το πρώτο κομμάτι ήταν ένα μικρό μαγαζί. Ο δεύτερος όροφος και το υπόλοιπο κομμάτι κτίστηκαν το 1925.Είναι χτισμένο από πέτρα και πορσελάνη. Προηγούμενη ιδιοκτήτρια ήταν η κυρία Μαριγώ Πιπεριά. Παλαιότερα με την ανατίναξη του λιμανιού του Όρμου από τους Γερμανούς μια μεγάλη πέτρα έπεσε πάνω στο αρχοντικό και από τη στέγη έφτασε μέχρι το πάτωμα. Οι ζημιές όμως αποκαταστάθηκαν.

Οι πληροφορίες είναι από την κυρία Δ. Κεντούρη.

Τη συνέντευξη πήραν οι μαθήτριες της Α΄Γυμνασίου:

Κόχιλα Ρεβέκκα, Σιαπέρα Αθηνά, Σιδηρουργού Σταυρούλα και Βουγαζιανού Γιασμίν.

 

ΑΛΛΟΙ ΤΥΠΟΙ ΣΠΙΤΙΩΝ

Παραλλαγή του σπιτιού που περιγράψαμε είναι τα σπίτια που το ανώι εξέχει από 0,20-1μέτρο από το κατώι, δημιουργώντας μία εξοχή, το σαχνισίρι ή ακόμα και στοά. Τα σαχνισίρια και τις στοές τα έφτιαχναν σε σπίτια με μικρά οικόπεδα για να επιτυγχάνουν εξοικονόμηση χώρου. Το σαχνισίρι στηριζόταν από κάτω με ξύλινες λοξές αντηρίδες που πολλές φορές καλύπτονταν με το τσατί και έτσι δημιουργούνταν εξωτερικά σε όλο το πλάτος του σαχνισαριού μια κυματοειδής επιφάνεια.

Στους Σαμιώτες ακόμη υπήρχαν κατοικίες που στο ισόγειο μπροστά από το σπίτι ήταν το μαγαζί και πίσω ήταν το σπίτι, ανάμεσα τους παρεμβάλλονταν η εσωτερική αυλή. Οι αυλές ήταν στρωμένες με πλάκες ( φτινάδες ) και είχαν πολλά λουλούδια. Οι κάτοικοι της Σάμου συνήθιζαν να χτίζουν ένα καλύβι σε κάθε χτήμα τους, που ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση το έφτιαχναν ισόγειο ή με όροφο. Σε κάθε καλύβι υπήρχε χώρος για ύπνο, συνήθως με ξύλινο πάτωμα σε κάποιο ύψος από το χώμα και χωρισμένος με ξύλινο χώρισμα από τον υπόλοιπο χώρο του καλυβιού. Στα καλύβια έμεναν οι κάτοικοι όσο διάστημα χρειάζονταν για να τελειώσουν τις αγροτικές τους δουλειές. Γι’ αυτό το λόγο πολλά από τα καλύβια είχαν φούρνο και σταύλο για τα ζώα.

Η ΣΤΕΓΗ

Η στέγη των σπιτιών ήταν επίπεδη και ονομάζονταν δώμα ( όταν ήταν από χώμα ), ή από κεραμίδια. Σήμερα οι κατοικίες με δώμα έχουν εκλείψει. Για την κατασκευή του δώματος αφού τελείωναν το χτίσιμο των τοίχων έβαζαν ξύλινα δοκάρια, τα πάτερα σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο και χωρίς να πατούν σε κεντρική δοκό, γιατί το πλάτος του δωματίου ήταν πολύ μικρό. Επάνω από τα δοκάρια έβαζαν τάβλες ή καλάμια και κατόπιν ένα παχύ στρώμα από φύκια και αφού τα πατούσαν και τα συμπίεζαν έριχναν ψαλμόχωμα (αργιλόχωμα ) που το έβρεχαν και το χτυπούσαν μ’ ένα χοντρό ξύλο για να συμπιεστεί. Το χώμα συγκρτιόνταν στις άκρες από ένα χαμηλό στηθαίο που ήταν προέκταση των εξωτερικών τοίχων. Ο τρόπος κάλυψης της στέγης με κεραμίδια ήταν ο ίδιος με τον σημερινό.

ΤΑΒΑΝΙΑ

Tα ταβάνια του επισήμου δωματίου είχαν πολλές φορές σκαλίσματα, με λουλούδια και κλαδιά κυρίως στο κέντρο.

ΟΙ ΤΕΧΝΙΤΕΣ

Οι τεχνίτες πρέπει να ήταν συντεχνίες και να προέρχονταν από το ίδιο ή άλλα χωριά.Δεν πρέπει να ήρθαν από την ηπειρωτική Ελλάδα γιατί τα σπίτια που χτίστηκαν δεν διαφέρουν πολύ από τα αρχικά απλοϊκά σπίτια. Το πιο πιθανό είναι οι ντόπιοι τεχνίτες να μαθήτευσαν έξω από το νησί και να μετέφεραν σταδιακά τις νέες μορφές .Για το παλαιότερο μαγαζί του χωριού, κοντά στην Αγία Ματρώνα, λέγεται ότι το σχέδιο ήταν αντιγραφή του μεγάλου καταστήματος του Παρισιού , Πρεντάν.

Επάνω στα κάγκελα του μπαλκονιού του αναφέρεται το όνομα , Χριστόδουλος Δ. Φασούλα, Σμύρνη Αριθμός 10. Από αυτό και από άλλα στοιχεία που βρέθηκαν σε εκκλησιαστικά σκεύη και εικόνες φαίνεται ότι η Σάμος είχε αρκετά μεγάλη επικοινωνία με τη Σμύρνη και γενικά με τη Μικρά Ασία. Οι κάτοικοι του χωριού πρίν το 1922 πήγαιναν στη Μικρά Ασία και δούλευαν σε εποχιακές δουλειές κυρίως στο θέρισμα και η πληρωμή τους ήταν σιτάρι.

Σήμερα τα παλιά σπίτια που σώζονται στο χωριό είναι μικρά διώροφα με 2 ή 3 δωμάτια στον όροφο. Το ισόγειο έχει πάψει να είναι σταύλος και έχει διαμορφωθεί σε κατοικία. Κάτω από την εξωτερική σκάλα είχε κατασκευαστεί η τουαλέτα. Στα σπίτια με εσωτερική αυλή η τουαλέτα έχει χτιστεί σε κάποια γωνία της αυλής.

 

 

 

 

 

 

ΚΑΜΑΡΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΜΑΡΑΘΟΚΑΜΠΟΥ

 

 

 

ΚΑΜΙΝΑΔΕΣ

Οι καμινάδες υπάρχουν σε πολλά μεγέθη και σχήματα επάνω από τις στέγες και τα δωμάτια. Αρχικά έβαζαν μια τρύπια στάμνα και αργότερα δύο κεραμίδια ενωμένα.

ΚΑΤΩΪ

Τα απλά Σαμιώτικα σπίτια είχαν δύο πατώματα, στο ισόγειο το κατώι και  τον όροφο το ανώι .

Το κατώι είχε το ίδιο μέγεθος του ορόφου και ήταν συνήθως σκοτεινό. Το πίσω μέρος του κατωγιού το χρησιμοποιούσαν για αποθήκη βαρελιών με τα κρασιά και των δοχείων με τα λάδια, μέσα εκεί φύλαγαν επίσης τα πυθάρια, τα εργαλεία και τα ξύλα για τον χειμώνα. Το μπροστινό μέρος που ήταν η πόρτα, χρησιμοποιούνταν για πρόχειρη σταύλιση των ζώων. Το κατώι το έλεγαν και βαρκαρέτσο και επικοινωνούσε εξωτερικά με το ανώι. Η πόρτα του κατωγιού ήταν δίφυλλη και το ένα φύλλο ήταν ξεχωρισμένο οριζοντίως στη μέση, έτσι που το πάνω μέρος το πανωπόρτι να ανοίγει ξεχωριστά από το κάτω μέρος, το κατωπόρτι. Το πανωπόρτι έμενε συνήθως ανοιχτό και χρησίμευε για παράθυρο. Στο κατωπόρτι υπήρχε, στα περισσότερα σπίτια μια τρύπα για να μπαινοβγαίνει η γάτα του σπιτιού.

ΑΝΩΪ

Στο ανώι ανέβαιναν με μια πέτρινη σκάλα, η οποία ήταν ή στο δρόμο ή μέσα σε μια εσωτερική αυλή. Η σκάλα οδηγούσε στο χαγιάτι που χρησίμευε για να προστατεύει την πόρτα του σπιτιού από τον ήλιο και τη βροχή. Το ανώι ήταν ένα δωμάτιο μεγάλων διαστάσεων με αρκετά παράθυρα για να είναι φωτεινό και χωρισμένο σε δύο τμήματα. Τα τμήματα αυτά είχαν διαφορετικές διαστάσεις και ύψη. Το τμήμα που ήταν υπερυψωμένο ένα μέτρο περίπου από το δάπεδο λέγονταν σοφάς και το κενό που δημιουργούσε από κάτω αμπάρι. Παλαιότερα σοφά έλεγαν μονάχα ένα πλατύ και ευρύχωρο κάθισμα που τοποθετούνταν πάνω στο αμπάρι, που χρησίμευε κυρίως για την υποδοχή των ξένων. Ο σοφάς ήταν σκεπασμένος ή στρωμένος με χράμια και μαξιλάρια.

Με το πέρασμα του χρόνου σοφάς ονομάστηκε όλο το πατάρι του αμπαριού.Το αμπάρι χρησιμοποιούνταν για αποθήκη, λέγονταν και αμπαντάρα και είτε το άφηναν ανοιχτό, χωρίς κάλυμμα ή το κλείνανε με σανίδες και έφτιαχναν μια μικρή πορτούλα για είσοδο. Στο σοφά ανέβαιναν με μια μικρή ξύλινη σκάλα, η οποία είχε τρία – τέσσερα σκαλοπάτια ή από κάποιο πάγκο που έπιανε όλο το μήκος του αμπαριού.Τον πάγκο τον χρησιμοποιούσαν για να φυλάνε διάφορα αντικείμενα

Στο σοφά που ήταν το ψηλότερο μέρος του σπιτιού κοιμόνταν η οικογένεια. Έστρωναν χράμια ή στρωσίδια και σε μια γωνιά έβαζαν τα στρώματα διπλωμένα και έκαναν όπως έλεγαν <<θησά >>, την οποία σκέπαζαν με άσπρα σεντόνια, για προστασία από την σκόνη.Επάνω στο σοφά υπήρχαν κασέλες με το ρουχισμό του σπιτιού και οι καναβέτες που χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση ποτών, όπως σούμα και φλασκούνι. Ακόμα επάνω στο σοφά υπήρχαν εντοιχισμένες ντουλάπες που τις ονόμαζαν μισάντρες. Στις μισάντρες τοποθετούσαν τα ρούχα που δεν χωρούσαν στις κασέλες και όταν ήταν ανοιχτές, δεν είχαν δηλαδή ξύλινη πόρτα, τις έλεγαν παραθύρα και έβαζαν ένα πανί στη θέση της πόρτας. Στους τοίχους υπήρχαν ράφια όπου τοποθετούσαν διάφορα οικιακά σκεύη, τα οποία ήταν πήλινα, μπρούτζινα, χάλκινα και ξύλινα.

Απαραίτητα σκεύη για το σπίτι ήταν τα πιθάρια, οι γαβάθες,τα χαρανιά, οι ταβάθες, οι τσουκάλες, τα κανάτια,τα πιάτα, οι γκιούμνες, οι στάμνες, οι λεκάνες, το κόσκινο, η σείτα, οι πανέρες, τα πλαστήρια,η πινακωτή,το προσμυριό, η σκάφη και άλλα πολλά.Στον ανατολικό τοίχο υπήρχε εικονοστάσιο με μικρές εικόνες, η στεφανοθήκη με τα στεφάνια του αντρόγυνου,ένα μπουκάλι με αγιασμό, ένα σακούλι με κλωναράκια από βάγια της γοιρτής των Βαϊων και το καντήλι.

Τέλος σε μερικούς σοφάδες υπήρχαν αραιά ξύλινα που ονομάζονταν παρμακλίκια. Πάνω σ’ αυτά έριχναν οι γυναίκες υφάσματα για να μην φαίνονται όταν οι άντρες γλεντούσαν στο άλλο μέρος του σπιτιού που λέγονταν παραστιά..

ΠΑΡΑΣΤΙΑ

Το υπόλοιπο τμήμα του ορόφου που συνήθως κάλυπτε τα 2/3 του δωματίου ονομαζόταν παραστιά λόγω του τζακιού που υπήρχε στη γωνιά του δωματίου ( παρά την εστία ).Το τζάκι είχε άνοιγμα σε σχήμα κάμαρας (τόξου ) και γι’ αυτό ονομάζονταν καμαρκό. Το ένα άκρο στηρίζονταν στον ένα τοίχο της γωνίας και το άλλο του στον άλλο. Είχε ύψος ένα μέτρο και ήταν υψωμένο από το έδαφος περίπου 10 πόντους και στο βάθος του αριστερά και δεξιά στους τοίχους είχε μικρές κόγχες τετράγωνες για να τοποθετούν τα πρόχειρα μαγειρικά σκεύη, τα κουτάλια, τα μπεντελέρια, τα κανάτια κ.λ.π.

Πιο πάνω από την κάμαρα του τζακιού υπήρχαν 3-4 εσοχές που τις ονόμαζαν πουλίτσες και εκεί τοποθετούσαν διάφορα αντικείμενα που ήθελαν να έχουν πρόχειρα.

Κοντά στον τοίχο του καμαρκού έβαζαν μικρά καρφιά που έπαιζαν το ρόλο της κρεμάστρας, της κουταλοθήκης και του κανατιού.Στο άλλο άκρο του καμαρκού και στο ύψος του τζακόραφου υπήρχε συνήθως ένα εντοιχισμένο ντουλάπι ( πουλίτσα ), όπου φύλαγαν διάφορα τρόφιμα όπως φαγητά που είχαν περισέψει, ελιές, ψωμί, λάδι κ.λ.π.Δεν είχε ξύλινη πόρτα και το σκέπαζαν με ένα πανί. Το τζάκι όταν ήταν σβησμένο σκέπαζαν το στόμιο του με ένα πανί που το ονόμαζαν φιγοπάνι.

Κάτω από το παράθυρο υπήρχε πάντα ο νεροχύτης και κάτω από αυτόν ήταν συνήθως, η σταμνοθήκη, ή νεροπουλίτσα. Υπήρχαν και σταμνοθήκες έπιπλα, τις οποίες τοποθετούσαν κοντά στο νεροχύτη. Μέσα στην παραστιά υπήρχε ακόμα και η πιατοθήκη και ψηλά στους τοίχους τα ράφια, όπου τοποθετούσαν τα μαγειρικά σκεύη. Όλα τα ράφια του σπιτιού στρώνονταν με λουρίδες υφασμάτινες που εξείχαν και κρέμονταν προς τα κάτω. Το κομμάτι που φαίνονταν ήταν συνήθως κεντημένο.

Στο χώρο γενικά του σπιτιού δεν έλειπε ο σοφράς, που ήταν ένα χαμηλό κυκλικό τραπέζι γύρω από το οποίο κάθονταν για φαγητό επάνω σε χαμηλά σκαμνιά ή μαξιλάρια.

ΑΛΛΟΙ ΤΥΠΟΙ ΣΠΙΤΙΩΝ

Παραλλαγή του σπιτιού που περιγράψαμε είναι τα σπίτια που το ανώι εξέχει από 0,20-1μέτρο από το κατώι, δημιουργώντας μία εξοχή, το σαχνισίρι ή ακόμα και στοά. Τα σαχνισίρια και τις στοές τα έφτιαχναν σε σπίτια με μικρά οικόπεδα για να επιτυγχάνουν εξοικονόμηση χώρου. Το σαχνισίρι στηριζόταν από κάτω με ξύλινες λοξές αντηρίδες που πολλές φορές καλύπτονταν με το τσατί και έτσι δημιουργούνταν εξωτερικά σε όλο το πλάτος του σαχνισαριού μια κυματοειδής επιφάνεια.

Στους Σαμιώτες ακόμη υπήρχαν κατοικίες που στο ισόγειο μπροστά από το σπίτι ήταν το μαγαζί και πίσω ήταν το σπίτι, ανάμεσα τους παρεμβάλλονταν η εσωτερική αυλή. Οι αυλές ήταν στρωμένες με πλάκες ( φτινάδες ) και είχαν πολλά λουλούδια. Οι κάτοικοι της Σάμου συνήθιζαν να χτίζουν ένα καλύβι σε κάθε χτήμα τους, που ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση το έφτιαχναν ισόγειο ή με όροφο. Σε κάθε καλύβι υπήρχε χώρος για ύπνο, συνήθως με ξύλινο πάτωμα σε κάποιο ύψος από το χώμα και χωρισμένος με ξύλινο χώρισμα από τον υπόλοιπο χώρο του καλυβιού. Στα καλύβια έμεναν οι κάτοικοι όσο διάστημα χρειάζονταν για να τελειώσουν τις αγροτικές τους δουλειές. Γι’ αυτό το λόγο πολλά από τα καλύβια είχαν φούρνο και σταύλο για τα ζώα.

Ο ΦΟΥΡΝΟΣ

Σε πολλά σπίτια υπήρχε και ο φούρνος. Εξωτερικά ήταν χτισμένος με ασβεστόπετρες σαν κύβος, το εσωτερικό του όμως ήταν ημισφαιρικό και η πόρτα ημικυκλική. Το χτίσιμο και η επίστρωση του γίνονταν με τούβλα ή σπασμένα κεραμίδια και για συνδετική ύλη χρησιμοποιούσαν κοκκινόχωμα.

Η ΣΤΕΓΗ

Η στέγη των σπιτιών ήταν επίπεδη και ονομάζονταν δώμα ( όταν ήταν από χώμα ), ή από κεραμίδια. Σήμερα οι κατοικίες με δώμα έχουν εκλείψει. Για την κατασκευή του δώματος αφού τελείωναν το χτίσιμο των τοίχων έβαζαν ξύλινα δοκάρια, τα πάτερα σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο και χωρίς να πατούν σε κεντρική δοκό, γιατί το πλάτος του δωματίου ήταν πολύ μικρό. Επάνω από τα δοκάρια έβαζαν τάβλες ή καλάμια και κατόπιν ένα παχύ στρώμα από φύκια και αφού τα πατούσαν και τα συμπίεζαν έριχναν ψαλμόχωμα (αργιλόχωμα ) που το έβρεχαν και το χτυπούσαν μ’ ένα χοντρό ξύλο για να συμπιεστεί. Το χώμα συγκρτιόνταν στις άκρες από ένα χαμηλό στηθαίο που ήταν προέκταση των εξωτερικών τοίχων. Ο τρόπος κάλυψης της στέγης με κεραμίδια ήταν ο ίδιος με τον σημερινό.

ΠΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΘΥΡΑ

Οι πόρτες του κατωγιού όπως ήδη αναφέρθηκε ήταν δίφυλλες και το ένα φύλλο χωρίζονταν σε δύο τμήματα, πανωπόρτι και κατωπόρτι. Η κυρίως πόρτα του ( ανωγιού ) αρχικά ήταν κατασκευασμένη με τάβλες , αργότερα έγινε ταβλαδωτή με σκαλίσματα και με μικρά παράθυρα με κάγκελα. Οι πόρτες στηρίζονταν στις κάσες με μεντεσέδες. Είχαν και μάλιστα το κλειδί ήταν βαρύ και είχε μεγάλο μέγεθος. Είχαν ρόπτρο που το ονόμαζαν χτυπητήρι. Η πόρτα ασφάλιζε εσωτερικά μα αμπάρα, αργότερα τοποθέτησαν σύρτη Απαραίτητο εξάρτημα ήταν το ζουμπεράκι, το οποίο ήταν ένα μικρό έμβολο που εξείχε και είχε σχήμα γλώσσας ή κουταλιού, έπρεπε να πατηθείμμε τον αντίχειρα για ν’ ανοίξει η πόρτα.

Τα παράθυρα παλαιότερα δεν είχαν τζάμια και έκλειναν με δύο ξύλινα παραθυρόφυλλα ( κανάτια ), είχαν δε και ξύλινα κάγκελα τα παρμακλίκια. Αυτά σε άλλα σπίτια ήταν στρογγυλά και τορναρισμένα και κάκλυπταν όλο το μάκρος του παραθύρου και σε άλλα σπίτια τετράγωνα και κάλυπταν το μισό παράθυρο.

Αργότερα έβαλαν τα παράθυρα με τους τσετσεβέδες, τα οποία ήταν παράθυρα που το κάτω φύλλο ήταν συρτό και άνοιγε κάθετα προς τα πάνω. Επάνω από τα παράθυρα σε μερικά σπίτια υπήρχαν γυάλινοι φεγγίτες. Το σχήμα τους ήταν κυρίως κυκλικό ή τετράγωνο.

ΚΑΜΙΝΑΔΕΣ

Οι καμινάδες υπάρχουν σε πολλά μεγέθη και σχήματα επάνω από τις στέγες και τα δωμάτια. Αρχικά έβαζαν μια τρύπια στάμνα και αργότερα δύο κεραμίδια ενωμένα.

ΤΑΒΑΝΙΑ

Tα ταβάνια του επισήμου δωματίου είχαν πολλές φορές σκαλίσματα, με λουλούδια και κλαδιά κυρίως στο κέντρο.

ΟΙ ΠΥΡΓΟΙ

Τέλος οι πύργοι αποτελούνταν από τρείς ορόφους.Σε κάθε όροφο υπήρχαν 2-3 δωμάτια και τα σπίτια αυτά ανήκαν σε πλούσιες οικογένειες και γι’ αυτό πολλές φορές οι τοίχοι ήταν ζωγραφισμένοι, , τα ταβάνια και οι πόρτες σκαλιστές και τα παράθυρα με διακόσμηση πολύχρωμη ή με μαρμάρινα υπέρθυρα. . Οι πόρτες και τα μικρότερα ντουλάπια ήταν και αυτά πολύ συχνά πλούσια και στολισμένα με γλυπτά κομψοτεχνίματα. Κατά τον Σταματιάδη ένα τέτοιο σπίτι που είχε πόρτες σκαλιστές , λέγονταν στον πληθυντικό σπίτια ή κατοικίες .

ΟΙ ΤΕΧΝΙΤΕΣ

Οι τεχνίτες πρέπει να ήταν συντεχνίες και να προέρχονταν από το ίδιο ή άλλα χωριά.Δεν πρέπει να ήρθαν από την ηπειρωτική Ελλάδα γιατί τα σπίτια που χτίστηκαν δεν διαφέρουν πολύ από τα αρχικά απλοϊκά σπίτια. Το πιο πιθανό είναι οι ντόπιοι τεχνίτες να μαθήτευσαν έξω από το νησί και να μετέφεραν σταδιακά τις νέες μορφές .Για το παλαιότερο μαγαζί του χωριού, κοντά στην Αγία Ματρώνα, λέγεται ότι το σχέδιο ήταν αντιγραφή του μεγάλου καταστήματος του Παρισιού , Πρεντάν.

Επάνω στα κάγκελα του μπαλκονιού του αναφέρεται το όνομα , Χριστόδουλος Δ. Φασούλα, Σμύρνη Αριθμός 10. Από αυτό και από άλλα στοιχεία που βρέθηκαν σε εκκλησιαστικά σκεύη και εικόνες φαίνεται ότι η Σάμος είχε αρκετά μεγάλη επικοινωνία με τη Σμύρνη και γενικά με τη Μικρά Ασία. Οι κάτοικοι του χωριού πρίν το 1922 πήγαιναν στη Μικρά Ασία και δούλευαν σε εποχιακές δουλειές κυρίως στο θέρισμα και η πληρωμή τους ήταν σιτάρι.

Σήμερα τα παλιά σπίτια που σώζονται στο χωριό είναι μικρά διώροφα με 2 ή 3 δωμάτια στον όροφο. Το ισόγειο έχει πάψει να είναι σταύλος και έχει διαμορφωθεί σε κατοικία. Κάτω από την εξωτερική σκάλα είχε κατασκευαστεί η τουαλέτα. Στα σπίτια με εσωτερική αυλή η τουαλέτα έχει χτιστεί σε κάποια γωνία της αυλής.

 

Ο ΦΟΥΡΝΟΣ

Σε πολλά σπίτια υπήρχε και ο φούρνος. Εξωτερικά ήταν χτισμένος με ασβεστόπετρες σαν κύβος, το εσωτερικό του όμως ήταν ημισφαιρικό και η πόρτα ημικυκλική. Το χτίσιμο και η επίστρωση του γίνονταν με τούβλα ή σπασμένα κεραμίδια και για συνδετική ύλη χρησιμοποιούσαν κοκκινόχωμα.

ΟΙ ΠΥΡΓΟΙ

Τέλος οι πύργοι αποτελούνταν από τρείς ορόφους.Σε κάθε όροφο υπήρχαν 2-3 δωμάτια και τα σπίτια αυτά ανήκαν σε πλούσιες οικογένειες και γι’ αυτό πολλές φορές οι τοίχοι ήταν ζωγραφισμένοι, , τα ταβάνια και οι πόρτες σκαλιστές και τα παράθυρα με διακόσμηση πολύχρωμη ή με μαρμάρινα υπέρθυρα. . Οι πόρτες και τα μικρότερα ντουλάπια ήταν και αυτά πολύ συχνά πλούσια και στολισμένα με γλυπτά κομψοτεχνίματα. Κατά τον Σταματιάδη ένα τέτοιο σπίτι που είχε πόρτες σκαλιστές , λέγονταν στον πληθυντικό σπίτια ή κατοικίες .

 

ΟΙΚΙΣΜΟΙ

Στη Σάμο σήμερα υπάρχουν κάπου σαράντα οικισμοί μεγάλοι και μικροί. Ο μεγαλύτερος, η τωρινή πρωτεύουσα, η Σάμος (πρώην Λιμάνι Βαθέως), έχει περίπου 5575 κατοίκους. Ο αμέσως επόμενος είναι το Καρλόβασι και έχει πληθυσμό 4752 κατοίκους. Όλοι σχεδόν οι οικισμοί ακολουθώντας την παλιά νησιωτική συνήθεια είναι χτισμένοι στο εσωτερικό του νησιού για τον φόβο των πειρατικών επιδρομών. Οι πιο παλιοί, όπως οι Μυτηλινοί, ο Παγώνδας, ο Πύργος, οι Αρβανίτες και άλλοι, είναι σε μέρη εντελώς αθέατα από τη θάλασσα. Όσοι βρίσκονταν κοντά στη θάλασσα είχαν στην πλησιέστερη ακτή τα επίνειά τους, τους όρμους όπως τους λένε.

  

Παλαιότερα δεν υπήρχε κανένας μεγάλος οικισμός, εξαρχής παραλιακός. Οι ελάχιστοι σήμερα, όπως η Σάμος (Βαθύ), το Πυθαγόρειο (Τηγάνι), το Κοκκάρι και

ο κάτω Άγιος Κων/νος αποτελούν εξέλιξη παλαιών επίνειων. Οι μορφή των οικισμών είναι συνήθως εκείνη του ακανόνιστου πυκνού πλέγματος.. Οι δρόμοι, με μεγάλη ελευθερία πάντα, χαράζονται παράλληλοι και κάθετοι προς τις υψομετρικές καμπύλες, διαμορφώνοντας το γενικό σχήμα που οριοθετείται, χωρίς μεγάλη σαφήνεια στις απολήξεις του, από το είδος των φυσικών εμποδίων που το περιβάλλουν. Οικισμοί γραμμικής μορφής είναι πολύ σπάνιοι, όπως η Σάμος, ο Κάτω Άγιος Κων/νος και το Παλαιό Καρλόβασι ενώ οικισμοί φρουριακής προέλευσης δεν υπάρχουν στη Σάμο. Η πυκνότητα των οικισμών δεν είναι ίδια σε όλη την έκταση του δομημένου χώρου. Ιδιαίτερα υψηλή είναι στη περιοχή του κέντρου στο οποίο τα σπίτια έχουν επαφή το ένα με το άλλο ή κρατώντας μια ελάχιστη απόσταση μεταξύ τους. Πολύ λίγες φορές τους βλέπουμε να διασπώνται σε σαφώς ξεχωρισμένες επιμέρους οικιστικές ενότητες (γειτονιές). Αυτό που συμβαίνει, οφείλεται στη φύση του εδάφους σε συνδυασμό με το μέγεθος τους( Παλαιό Καρλόβασι, Μαραθόκαμπος, Λέκα). Οι δρόμοι ακολουθούν ελεύθερη ακανόνιστη χάραξη και το πλάτος τους δεν είναι σταθερό. Κυμαίνεται συνήθως γύρω στο 1,5-4 μέτρα. Τα πλευρικά τους όρια όμως είναι πάντα καθαρά μορφοποιημένα από τις προσόψεις των χτισμάτων και σπανιότερα από τις χαμηλές μάντρες ή πεζούλες των αυλών. Πολύ συχνά μέσα στο πλάτος τους εισχωρούν εξωτερικές σκάλες σπιτιών μικρές ή μεγάλες καθώς και πεζούλες κάθε είδους. Το δάπεδό τους είναι πάντα επιμελημένο και στρωμένο με ακανόνιστες πλάκες και συγκλίνει στη μέση, όπου υπάρχει ένα ειδικά διαμορφωμένο αυλάκι για να συγκεντρώνονται και να φεύγουν τα νερά.

 

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο των Σαμιώτικων οικισμών είναι οι πλατείες. Αυτές, όπου υπάρχουν, αποτελούν και το κέντρο τους, τόσο ως την διάταξη του χώρου, όσο και προς τον ρόλο τους στην κοινωνική ζωή. Eκεί υπάρχουν τα λίγα μαγαζιά και τα καφενεία. το μέγεθος τους είναι μικρό και κατά κανόνα κλειστό. Τα όριά τους είναι διαμορφωμένα από τις περιορισμένου πλάτους προσόψεις των γύρω κτιρίων με μικρή κλίμακα. Επίσης στις πλατείες βρίσκονται μεγάλα σκιερά δέντρα όπως πλατάνια και μεγάλες σκεπαστές βρύσες, οι οποίες είναι ένα επιμέρους ενδιαφέρον αρχιτεκτονικό στοιχείο. Σε μερικούς οικισμούς συναντάμε και απλά πλατώματα (διευρύνσεις δρόμων) τα οποία έχουν τα χαρακτηριστικά της πλατείας και προκαλούν μεγάλο ενδιαφέρον στον επισκέπτη.

 

ΠΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΘΥΡΑ

Οι πόρτες του κατωγιού όπως ήδη αναφέρθηκε ήταν δίφυλλες και το ένα φύλλο χωρίζονταν σε δύο τμήματα, πανωπόρτι και κατωπόρτι. Η κυρίως πόρτα του ( ανωγιού ) αρχικά ήταν κατασκευασμένη με τάβλες , αργότερα έγινε ταβλαδωτή με σκαλίσματα και με μικρά παράθυρα με κάγκελα. Οι πόρτες στηρίζονταν στις κάσες με μεντεσέδες. Είχαν και μάλιστα το κλειδί ήταν βαρύ και είχε μεγάλο μέγεθος. Είχαν ρόπτρο που το ονόμαζαν χτυπητήρι. Η πόρτα ασφάλιζε εσωτερικά μα αμπάρα, αργότερα τοποθέτησαν σύρτη Απαραίτητο εξάρτημα ήταν το ζουμπεράκι, το οποίο ήταν ένα μικρό έμβολο που εξείχε και είχε σχήμα γλώσσας ή κουταλιού, έπρεπε να πατηθείμμε τον αντίχειρα για ν’ ανοίξει η πόρτα.

Τα παράθυρα παλαιότερα δεν είχαν τζάμια και έκλειναν με δύο ξύλινα παραθυρόφυλλα ( κανάτια ), είχαν δε και ξύλινα κάγκελα τα παρμακλίκια. Αυτά σε άλλα σπίτια ήταν στρογγυλά και τορναρισμένα και κάλυπταν όλο το μάκρος του παραθύρου και σε άλλα σπίτια τετράγωνα και κάλυπταν το μισό παράθυρο.

Αργότερα έβαλαν τα παράθυρα με τους τσετσεβέδες, τα οποία ήταν παράθυρα που το κάτω φύλλο ήταν συρτό και άνοιγε κάθετα προς τα πάνω. Επάνω από τα παράθυρα σε μερικά σπίτια υπήρχαν γυάλινοι φεγγίτες. Το σχήμα τους ήταν κυρίως κυκλικό ή τετράγωνο.

 

ΠΥΘΑΡΙ

Ένα από τα παλιά κτίρια του Όρμου Μαραθοκάμπου είναι και το Πυθάρι. Σήμερα το έχουν μετατρέψει σε νυχτερινό κέντρο, αλλά παλιότερα ήταν αποθήκη λαδιού. Πήρε την ονομασία του από τα πολλά πυθάρια που βρέθηκαν μέσα. Παλιός του ιδιοκτήτης ήταν ο Παράσχος Βρότσος. Βρίσκεται σε μια παλιά γειτονιά και ο δρόμος που είναι δίπλα του ονομάζονταν Αλατού, επειδή είχε πολλές αποθήκες με αλάτι. Είναι χτισμένο σύμφωνα με τον τρόπο που χτίζονταν τα σπίτια εκείνης της εποχής δηλαδή με πέτρα και πορσελάνη ( ελαφρόπετρα ). Είναι μονόροφο κτίσμα με πατάρι. Κάτι που το κάνει να ξεχωρίζει από τα σημερινά κτίρια είναι η ταράτσα του που είναι στρωμένη με αργιλόχωμα ( πατιλιά ) όπως το λένε οι Σαμιώτες. Αυτό το είδος χώματος το έφερναν από τη Πάτμο.

Οι πληροφορίες είναι από την κ. Μαριγώ και κ.Πρόδρομο Βουρλιώτη.

Τη συνέντευξη πήραν οι μαθήτριες της Α΄Γυμνασίου:

Κόχιλα Ρεβέκκα, Σιαπέρα Αθηνά, Σιδηρουργού Σταυρούλα και Βουγαζιανού Γιασμίν.

 

 

Η στέγη του Πυθαριού από αργιλόχωμα Το Πυθάρι

 

ΣΑΜΙΩΤΙΚΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ

 

ΣΑΜΙΩΤΙΚΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ

 

Το Σαμιώτικο σπίτι το βρίσκουμε σε τρεις τύπους, το απλό τυπικό σπίτι, τις κατοικίες των πλουσιοτέρων, και τους πύργους ( τα αρχοντικά ).

Τα παλιότερα σπίτια των χωριών, ήταν μικρά φτωχικά και κολλημένα το ένα στ’ άλλο. Έτσι στην άκρη μιας έκτασης, που κανονικά θα έπρεπε ολόκληρη να είναι μια κατοικία, χτιζόταν το πρώτο σπιτάκι της οικογένειας. Σ’ άλλο κομμάτι, της ίδιας έκτασης, χτιζόταν το δεύτερο σπιτάκι συγγενικό, κολλημένο στο πρώτο σπιτάκι με κοινό τοίχο. Με τον ίδιο τρόπο, άλλο συγγενικό σπιτάκι κολλούσε, τρίτο και τέταρτο ίσως και έτσι, πάνω σε μια έκταση, που όπως είπαμε ήταν άρτιο οικόπεδο για μια μόνο κατοικία, χτίζονταν κολλητά 3-4 φωλίτσες- σπιτάκια, αναγκαστικά μονοκάμαρα .Επειδή όμως ήταν ανάγκη να εξοικονομηθεί χώρος και σταύλος για τα οικόσιτα ζώα και αποθήκη, έχτιζαν κάτω ισόγειο και πάνω το μονοκάμαρο όροφο.

Επειδή εκείνη την εποχή το χρήμα ήταν πολύ λίγο, η κατασκευή των σπιτιών ήταν πολύ φτωχική. Τα θεμέλια και οι τοίχοι του ισογείου ήταν λιθόκτιστοι αλλά λασπόχτιστοι. Του ορόφου οι τοίχοι ξυλόπηχτοι (τσατιά ). Η σκεπή ήταν από χώμα άργιλο ( κοκκινόχωμα – πάσπαρο ) και λεγόταν δώμα ή ταράτσα.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑΘΟΚΑΜΠΟ

.